Point Of View

ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΝΙΚΛΗ ΣΟΛΩΜΟΥ Η ΔΙΑΦΑΝΗ - Κριτική

Γιάννης Δ. Καρνεσιώτης

«Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου»

Ο άνθρωπος Διονύσιος Σολωμός συχνά χάνεται πίσω από την αχλύ του μύθου του Εθνικού ποιητή. Λίγοι γνωρίζουν την περιπέτεια της προσωπικής του ζωής, τα σκοτάδια και τα αποσιωπητικά, που τον βάραιναν.  Ήταν, ωστόσο, σαν βγαλμένη από μυθιστόρημα  η ζωή αυτή, ένα έτοιμο θεατρικό, που περίμενε διακόσια χρόνια να βρει πένα ικανή να χαράξει στο χαρτί τον πόνο, την αγάπη και τα πάθη του προσωπικού του σύμπαντος.     

Ο θεατράνθρωπος Περικλής Μοσχολιδάκης έσκυψε πάνω από την ζωή του Σολωμού κι έριξε φως σε πτυχές όχι μόνο της ζωής του ποιητή, αλλά και της Επτανησιακής κοινωνίας της εποχής του. Ο θεατρικός του μονόλογος   «ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΝΙΚΛΗ ΣΟΛΩΜΟΥ Η ΔΙΑΦΑΝΗ», που παίζεται στο VAULT του Βοτανικού,  είναι αποτέλεσμα μεγάλης έρευνας και ευαισθησίας – ευαισθησίας για τον ποιητή και ευαισθησίας για την μάνα του, που, τελικά, μέσα από την προσέγγιση αυτή, ανάγεται σε προσωπικότητα εμβληματική για τις γυναίκες και την μοίρα τους στα Επτάνησα του 19ου αι.

Η ζωή της μητέρας του Σολωμού, ήταν μια ζωή με πολλά σκαμπανεβάσματα και πάθη. Στα 13 της, η Αγγέλικα Νίκλη,  δόθηκε από την πάμπτωχη οικογένειά της στον ηλικιωμένο Κόντε Σαλαμών ή Σολωμό, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος. Έγινε «μαντενούτα» του, δηλαδή σπιτώθηκε, και του χάρισε και δυό αγόρια, τον ποιητή και τον Δημήτριο. Λίγο πριν πεθάνει ο Κόντες, εδέησε να την νυμφευθεί και να κληρονομήσουν έτσι τα παιδιά την τεράστια περιουσία του. Στην συνέχεια, η Αγγέλικα παντρεύτηκε τον εραστή της, Μανώλη Λεονταράκη, και γέννησε κι άλλα παιδιά. Όταν το πρώτο από αυτά, ο Ιωάννης, θεώρησε ότι ήταν κι αυτός γιος του Κόντε και είχε δικαίωμα στην περιουσία, ακολούθησε επώδυνη δίκη με τους ετεροθαλείς αδελφούς του. Στην αντιδικία η Αγγέλικα πήρε το μέρος του Ιωάννη, με συνέπεια να αποξενωθεί κυρίως από τον Διονύσιο, που ουδέποτε την συγχώρησε, αλλά και να βγει όλη η  προσωπική ζωή της στην φόρα, να γίνει αντικείμενο σχολίων και να διασυρθεί στο Πανελλήνιο.             

Στον μονόλογο, βρισκόμαστε καλεσμένοι στο σαλόνι της Αγγέλικας. Δεν διστάζουμε ούτε στιγμή να πάμε. Με τόσα πούχουμε ακούσει, η βραδιά προμηνύεται ενδιαφέρουσα και η Αγγέλικα δεν διαψεύδει τις προσδοκίες μας. Τα χρόνια έχουν περάσει, ο Διονύσιος και κάμποσα παιδιά της ακόμη έχουν πεθάνει, ο Μανώλης, ο μόνος άντρας, που αγάπησε, έχει κι αυτός πεθάνει, η γνώμη του κόσμου δεν την ενδιαφέρει και τόσο πια. Την πονάει, όμως, που δεν συμφιλιώθηκε με τον Διονύσιο, που ο πρωτότοκός της δεν την συγχώρησε πριν πεθάνει, που ούτε στην κηδεία του δεν ήταν ευπρόσδεκτη. Και μας μιλάει για όλ’ αυτά. Μας τα εξομολογείται, όπως θα τάλεγε στην πιο έμπιστη φιλενάδα της, έξω απ’ τα δόντια. Δεν κρύβει τίποτε, δεν φτιασιδώνει, δεν εξωραΐζει τίποτε. Τα μαθαίνουμε όλα όπως έγιναν. Η ζωή της, η αλήθεια της, ξεγυμνώνεται μπροστά μας. Η Αγγέλικα μας παραδίδεται όχι άσπιλη, αλλά διάφανη. Μέσα από μας απευθύνεται στην κρίση του Θεού, μιλάει στον ίδιο της τον γιο, τον Διονύσιο.  Και τι να κρύψεις από τον Θεό, τι να κρύψεις από τους πεθαμένους, όταν στα στερνά σου μιλάς μαζί τους; Τα ξέρουν όλα έτσι κι αλλιώς, τα βλέπουν από ψηλά…

Η Αγγέλικα είναι χειμαρρώδης, δεν κομπιάζει ούτε διστάζει. Ο λόγος της βγαίνει από την ψυχή της κι είναι μαγευτικός, γιατί είναι λόγος λαϊκός. Δεν ξέρει γράμματα η Αγγέλικα. Μιλάει όπως ακούει, μιλάει το γλωσσικό ιδίωμα των Επτανήσων, παντρεύει λέξεις Ελληνικές με Ιταλικές,  λέξεις λόγιες με άλλες των ποπολάρων. Η αλήθεια της είναι άμεση και πηγαία, ο λόγος της ντοκουμέντο, που πρέπει πολύ να βασάνισε τον συγγραφέα, καθώς προσπαθούσε να αποδώσει πιστά την προσωπικότητα και την εποχή. 

Η Μάγδα Κατσιπάνου είναι η Αγγέλικα. Φορώντας ένα κατάμαυρο φόρεμα του Μάριου Βουτσινά, επιβάλλεται αμέσως μόλις εμφανίζεται στην σκηνή. Η αύρα της υποδεικνύει την ισχυρή προσωπικότητα και την αυτοπεποίθηση, που θα χρειαζόταν μια ποπολάρα για να ενταχθεί και να επικρατήσει, μάλιστα, σε ένα μεγαλοαστικό, ξένο και εχθρικό, περιβάλλον. Η εκφορά του λόγου της υπηρετεί τον ίδιο σκοπό, την ανάδειξη μιας αποφασιστικής προσωπικότητας, που ξέρει να παίζει με τα χαρτιά, που της μοιράζει η ζωή, ξέρει να θέτει και να τηρεί σαφείς προτεραιότητες. Δεν υψώνει την φωνή ούτε έχει ανάγκη από έντονες χειρονομίες, για να επιβληθεί. Χρησιμοποιεί, όμως, όλα τα ηχοχρώματα της γυναικείας φωνής, για να εξωτερικεύσει την μεγάλη γκάμα συναισθημάτων, που πάνε χέρι χέρι με την πολυτάραχη ζωή της, με τα πάθη του έρωτα και του θανάτου. Οι κινήσεις των χεριών της, είναι άλλοτε λεπτεπίλεπτες κι άλλοτε επιβλητικές, το βλέμμα της άλλοτε αυστηρό άλλοτε παθιασμένο, η γλώσσα του σώματος άλλοτε παρακαλεί άλλοτε προκαλεί – εύκολα την φαντάζεται κανείς να χειρίζεται μ’ όλα τούτα τον Κόντε της  από την μια και τον φτωχό εραστή της από την άλλη. Ταυτόχρονα! Αναμφίβολα, η Μάγδα Κατσιπάνου είναι η Αγγέλικα Νίκλη Σολωμού. Όσο αποδέχθηκε την μοίρα της, άλλο τόσο την αξιοποίησε. Μονάχα την συγχώρεση του Διονύσιου δεν επέτυχε στην ζωή της, μονάχα αυτό την στοιχειώνει – αλλά μένουμε με την εντύπωση πως αν δεν είχε μεσολαβήσει η συμφόρηση κι ο πρόωρος θάνατος του ποιητή, θα τόχε καταφέρει κι αυτό!

Η σκηνοθεσία του Περικλή Μοσχολιδάκη παρακολουθεί τον κελαρυστό λόγο της Αγγέλικας. Αφήνει κατά μέρος τα κάθε είδους τερτίπια και αφήνει αυτόν τον σπουδαίο λόγο ελεύθερο να ρέει με την φυσικότητα, που ταιριάζει σε μια βεγγέρα, μια βραδιά εκμυστηρεύσεων από εκείνες που φέρνουν πιο κοντά τους ανθρώπους, που ευνοούν την διείσδυση στα εσώψυχα, την κατανόηση.  Στο τέλος της βραδιάς, η Αγγέλικα μπορεί να νοιώθει ξαλαφρωμένη, ακόμα και δικαιωμένη: ο γιος της, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Εθνικός ποιητής, δεν την συγχώρησε αλλά την συγχωρήσαμε εμείς. Τούτη την μαεστόζα Αγγέλικα την καταλάβαμε και την συγχωρήσαμε εμείς!

Ο μονόλογος είναι προφανώς ένα δύσκολο, απαιτητικό, είδος θεάτρου. Για να κρατήσει την προσοχή του θεατή αμείωτη, το κείμενο του Μοσχολιδάκη επιτρέπει ευφυώς να παρεισφρύουν εδώ κι εκεί χαριτωμένες λεπτομέρειες, τσαχπίνικες πινελιές, που λειτουργούν αποκαλυπτικά για τον χαρακτήρα της Αγγέλικας και, παράλληλα, εκτονώνουν το δράμα και την ένταση. Η  Αγγέλικα  ζωγραφίζει για μας την ζοφερή θέση της γυναίκας στο καταπιεστικό  περιβάλλον του Τζάντε. Πού και πού, όμως, δεν παραλείπει να μας κλείσει και το μάτι, δείχνοντάς μας το πώς διαχειρίσθηκε αυτό το περιβάλλον με τα κάλλη της και την καπατσωσύνη της. Την ίδια αντίστιξη υπηρετεί το εύρημα της επί σκηνής παρουσίας του τσελίστα Κωνσταντίνου Χίνη. Το τσέλο συνοδεύει  τον λόγο και τις περιγραφές της Αγγέλικας, αλλά πότε πότε παρασύρεται σε διάλογο μαζί της, της κάνει παρατηρήσεις ή του κάνει εκείνη. Ο ρόλος του Χίνη είναι βουβός, αλλά το τσέλο του είναι αρκούντως εύγλωττο – όπως εύγλωττες είναι και κάποιες γκριμάτσες του, κάποια βλέμματα. Τόσο πολύ, τόσο καλά, τόσο καίρια, ώστε έχεις την αίσθηση ότι σπάει ο μονόλογος!

Με δυό μόνο λόγια, η διάφανη Αγγέλικα του Περικλή Μοσχολιδάκη, με την ειλικρίνεια των προθέσεων και των λόγων της,  κάνει το δράμα μιας μαντενούτας ποπολάρας του 19ου αι. να μας αφορά σήμερα, να μας νοιάζει. Και το καταφέρνει με την υποκριτική δεινότητα της Μάγδας Κατσιπάνου, με το παιχνιδιάρικο τσέλο του Κωνσταντίνου Χίνη, ακόμη και με το εντυπωσιακό μαύρο φόρεμα του Μάριου Βουτσινά, που αφαιρείται, για να μας παραδώσει μιαν Αγγέλικα εξαγνισμένη πια από την εξομολόγηση, ντυμένη στα λευκά, που ανακουφίζει. Ανακουφίζει κι εκείνην κι εμάς μαζί!       

Ταυτότητα παράστασης

Σχόλια χρηστών

Για να συμμετέχετε στην συζήτηση πρέπει να γίνετε μέλη. Λάβετε μέρος σε κάποια συζήτηση κάνοντας roll-over στο αρχικό σχόλιο και πατήστε το κουμπί "Απάντηση". Για να εισάγετε ένα νέο σχόλιο χρησιμοποιήστε την φόρμα στο τέλος της λίστας.

Για να σχολιάσετε αυτό το άρθρο θα πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος