Culture

Γιάννης Χαρούλης ... Εβίβες Μωρέ Κοπέλια!

Αλέξανδρος Καναβός

"Μπύρες! Παγωμένες μπύρες για τη συναυλία! Και νεράκια! Παγωμένα νεράκια! Και σακούλα με πάγο για να σας κρατήσουν!!!”


Αυτά κι άλλα τόσα άκουγα καθισμένος έξω από την Τεχνόπολη στο Γκάζι τη Δευτέρα το βράδυ, περιμένοντας την Ευγενία και στρίβοντας το 7ο τσιγάρο-καβάτζα για μέσα. “Αγόρι μου είσαι πολύ μπροστά!”, μου λέει με το που έρχεται και βγάζει καπνό να στρίψει κι εκείνη.


Με τις παγωμένες μπύρες στα χέρια λοιπόν και τα καβατζοτσίγαρα στις καπνοθήκες, ξεκινάμε να μπούμε μέσα. Μαμάδες με τα μωρά στην αγκαλιά, φοιτηταριά σε παρέες, όχι πάνω από 22-23 (χωρίς να παίζουν Pokemon Go...θα τους τα έσπαγα...), παρέες σαραντάρηδων, τριαντάρηδων, ζευγάρια από τα Εξάρχεια, ζευγάρια από την Κηφισιά (μια Ελλάδα, δύο κόσμοι...) μέχρι και οι κλασσικές κυριούλες με το μαλλί πουρνάρι (3 εξ αυτών πέτυχα στο μετρό καθώς πήγαινα στο Γκάζι...”πάμε στο Χαρούλλλλη κάθε χρονιά”, ακούω τη μία να λέει...λάτρεψα!) και τα πτυσσόμενα σκαμπουδάκια παραμάσχαλα!


“Πόσο διαφορετικό κόσμο μαζεύει αυτός ο άνθρωπος!”, σκέφτομαι και ακουμπάω τη σακούλα με τις μπύρες στο σημείο που βρήκαμε να σταθούμε, κάπου πίσω από την κονσόλα του ήχου. Κοιτάω το χώρο της Τεχνόπολης, που αρχίζει να τιγκάρει ασφυκτικά όσο περνάνε τα δευτερόλεπτα και αφού καπνίζουμε το πρώτο τσιγάρο και λέμε όλα τα σώψυχά μας, γύρω στις 9 και κάτι ακούμε τα πρώτα χειροκροτήματα. 


Η ορχήστρα έχει βγει και παίρνει τη θέση της και μαζί τους, έτσι, χωρίς πολλά πολλά να τος και ο Χαρούλης! Και με το που παίζει την πρώτη νότα στο λαούτο του, πως όλοι αυτοί οι “διαφορετικοί κόσμοι” γίναμε ένα και χοροπηδάγαμε σαν τα κρι-κρι του Ψηλορείτη μέχρι το τέλος της βραδιάς, ούτε που κατάλαβα!


“Εβίβες μωρέ κοπέλια!”, να λέει και δώστου να κατεβάζει τις ρακές! Και δώστου να πίνουμε κι εμείς, άλλοι τις μπύρες τους, άλλοι τις ρακές τους, από ένα σημείο και μετά καμιά σημασία δεν είχε! Πως το καταφέρνει αυτός ο άνθρωπος και από εκεί που σ' έχει και προσπαθείς (μάταια...) να μάθεις τον πεντοζάλη με τους κρητικούς σκοπούς και τη δυναμική τους, να σε ωθεί να αναρωτιέσαι και να σκούζεις με το στριφτό στο χέρι “Τι λάθος κάνω”, από εκεί πάλι να χοροπηδάς σαν τη Βάκχα του Κιθαιρώνα και να χορεύεις κάτι που μοιάζει με συρτό στα τρία (;;;) το “Σου μιλώ και κοκκινίζεις” και στα καπάκια σχεδόν να σου μιλάει για “Μαγγανείες”, ένα “Χειμωνανθό” που κάθε φορά που το ξανακούς θες να το γκαρίζεις όλο και περισσότερο αδιαφορώντας για τους γύρω σου που πήγανε να ακούσουνε Χαρούλη, οι δόλιοι και να σε αποτελειώνει με έναν υπέροχο “Ερωτόκριτο” όλο για πάρτη σου (ειδικά εκεί που δηλώνει “για σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου”...τι να πει κανείς!)!


Αλλά είπε κι άλλα. Πολλά. Και Μάλαμα είπε. Και Παπακωνσταντίνου (το Θανάση, ε...) είπε. Και Ζιώγαλα είπε. Και Παπάζογλου είπε. Και Μπέλλου είπε. Και Ψαραντώνη είπε. Και τι δεν είπε! Και πως τα είπε ο άτιμος! Σαν να γράφτηκαν γι' αυτόν. Γιατί αυτό το μαγικό έχει ο Χαρούλης. Τα κάνει δικά του, κτήμα του τα τραγούδια που ερμηνεύει. Τους δίνει κάτι δικό του. Γιατί ΚΑΙ αυτό το μαγικό έχει ο Χαρούλης. Δίνει και δίνεται σε αυτό που κάνει. Μπαίνει μέσα σε κάθε μελωδία, σε κάθε στίχο και το ζει. Είναι σαν να έχει σχεδόν μια σχέση ερωτική μαζί τους. Όχι μόνος του όμως. Δεν περνάει καλά μόνος του σε όλο αυτό. Σε παίρνει μαζί του και δε σ' αφήνει μέχρι να φύγει από τη σκηνή και να σβήσει και ο τελευταίος απόηχος από τη φωνή του. Τόσο δομημένος και δωρικός σε αυτό που κάνει και ταυτόχρονα τόσο δοσμένος συναισθηματικά που σε κάνει όχι να τον χαζεύεις. Όχι! Δε στέκεσαι  απλώς και τον θαυμάζεις. Συμμετέχεις κι εσύ σε αυτό το μαγικό που συμβαίνει μπροστά σου εκείνη τη στιγμή και χοροπηδάς ανεξέλεγκτα κι εσύ μαζί του (μα δε σταμάτησε στιγμή ο ευλογημένος να χοροπηδάει...!) γιατί το βλέπεις, το νιώθεις, το αισθάνεσαι. Το αγαπάει και το γουστάρει αυτό που κάνει! Πολύ!


Φυσικά όμως δεν είναι μόνος του. Έχει και κάτι υπέροχους τρελούς μαζί του που όλοι μαζί φτιάχνουν μια εξαιρετική και δεμένη ομάδα που είναι υπεύθυνη για το πόσο υπέροχα περάσαμε (ήταν λίγο, πολύ λίγο μπουκωμένος ο ήχος που ακούγαμε σε κάποιες στιγμές αλλά εντάξει...πλημμέλημα...). Και ας μου επιτραπεί εδώ να αναφερθώ στην αδυναμία μου τη χθεσινοβραδυνή. 


Ξεκινάει, που λέτε, η συναυλία και παρατηρώ ένα τρελαμένο πλάσμα επί σκηνής με μαλλιά και μούσια να χοροπηδάει παίζοντας κάθε φορά και κάποιο άλλο πνευστό με μια ενέργεια απίστευτη! Και δώστου να σιγοντάρει το Χαρούλη και δώστου να ξεσηκώνει εμάς και σταματημό να μην έχει! Αλλά εκεί που την πάθαμε την πλάκα όλοι μας είναι όταν πιάνει το μικρόφωνο και βγαίνει από αυτό το ξωτικό του “Άρχοντα των Δαχτυλιδιών” μια φωνή! Ένα γρέζι! Κυριολεκτικά έμεινα με το στόμα ανοιχτό! Με συγχωρείτε κιόλας, δε σας σύστησα: Κωνσταντής Πιστιόλης! Respect!


Το πότε τελείωσε η βραδιά ούτε που το κατάλαβα. Το πότε έφυγαν τα παιδιά από τη σκηνή, πότε ξανάρθαν (εννοείται...) όχι για ένα, αλλά για κάμποσα ακόμα τραγούδια, πότε μας καληνύχτισε ο Χαρούλης γλυκός και απλός όπως όταν βγήκε, με δυο στίχους ακαπέλα, ούτε που πήρα πρέφα! Τα πόδια μου πονάγανε από το ποδοβολητό, ο δρόμος ψιλογύριζε από τις μπυρίτσες αλλά είχα μια τέτοια γλύκα μέσα μου που δύσκολα νιώθεις μετά από συναυλία. Τα μουρμούριζα ασυναίσθητα στο δρόμο. Ακόμα, δηλαδή, τα μουρμουρίζω. Από όλη τη συναυλία, αυτά τα δυο στιχάκια.


“Ξενύχτησα στην πόρτα σου και σιγοτραγουδώ. Εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ ... Με το καλό να ξανανταμώσουμε μωρέ κοπέλια ...!”

Photos by Βλάσσης Χρυσόπουλος

Σχόλια χρηστών

Για να συμμετέχετε στην συζήτηση πρέπει να γίνετε μέλη. Λάβετε μέρος σε κάποια συζήτηση κάνοντας roll-over στο αρχικό σχόλιο και πατήστε το κουμπί "Απάντηση". Για να εισάγετε ένα νέο σχόλιο χρησιμοποιήστε την φόρμα στο τέλος της λίστας.

Για να σχολιάσετε αυτό το άρθρο θα πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος